Η Γ' Εθνοσυνέλευση του 1827

Πατήστε για να μεγαλώσει
Προμετωπίδα της έκδοσης του Προσωρινού Συντάγματος, του 1824.
Πατήστε για να μεγαλώσει
Ο διαπρεπής νομικός και ιστορικός Αναστάσιος Πολυζωίδης (1802-1873), ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο τόσο στη σύνταξη του προσωρινού Συντάγματος του Άστρους, το 1823, όσο και στη σύνταξη του οριστικού κειμένου της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας.
Πατήστε για να μεγαλώσει
Ο άγγλος ναύαρχος Τόμας Κόχραν (1755-1860), ο οποίος κατάφερε με διάφορους διπλωματικούς ελιγμούς να συγκεράσει τις απόψεις, ώστε να συγκληθεί η Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα.
Πατήστε για να μεγαλώσει
Το Σύνταγμα της Τροιζήνας, ανέθεσε την
ανώτερη αρχή στον Ιωάννη Καποδίστρια.

Στην Τροιζηνία συγκεντρώθηκαν οι 200 πληρεξιούσιοι του Έθνους στην ιστορική Γ ‘ Εθνοσυνέλευση (1827)

 

Το σημαντικότερο γεγονός των επαναστατικών εκείνων χρόνων, ήταν η Γ΄ Εθνική Συνέλευση του επαναστατημένου έθνους, η γνωστή ως Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, η οποία συνήλθε στις 19 Μαρτίου 1827 στο χωριό Δαμαλάς –δηλαδή στο σημερινό οικισμό της Τροιζήνας– και θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως «ιδρυτική πράξη» του Νεοελληνικού κράτους.

 

Αρχικά, η Εθνοσυνέλευση εκείνη άρχισε τις εργασίες της στις 6 Απριλίου 1826 στην Επίδαυρο. Οι ειδικές όμως πολεμικές συνθήκες, ιδίως μετά την πτώση του Μεσολογγίου, επέβαλαν τη διακοπή και την αναβολή της Εθνοσυνέλευσης μέχρι το Σεπτέμβριο, την 1/9/1826 με νέα έδρα στο Ναύπλιο. Επειδή όμως εκεί γίνονταν συχνά ταραχές και η Κυβέρνηση είχε αναγκαστεί να εδρεύει στο Μπούρτζι του Ναυπλίου, η Εθνοσυνέλευση δεν θα μπορούσε να διεξαγάγει εκεί τις εργασίες της.

 

Έτσι όρισαν σαν νέο τόπο συνάντησης τον Πόρο, στον οποίο όμως οι αντιπρόσωποι του 'Εθνους δεν πήγαν γιατί ακολούθησαν διχαστικές εξελίξεις, ελάχιστα τιμητικές για άνδρες που είχαν αναλάβει την ηγεσία του αγώνα της Παλιγγενεσίας, με φαιδρές απόπειρες του μεν «αγγλικού» κόμματος να συνεχίσει τη διακοπείσα εθνοσυνέλευση στην Αίγινα, και του «γαλλικού» (συνεπικουρούμενου και από το «ρωσικό») στην Ερμιόνη.

 

Μετά από αυτές τις εξελίξεις, και ενώ η απειλή της εμφύλιας αναμέτρησης ήταν πλέον ορατή, εκδηλώθηκε η ευεργετική παρέμβαση των φιλελλήνων Κόχραν, Τζορτζ, Χάμιλτον κ.α. και μετά από πολλές διαφωνίες, ορίστηκε σαν τόπος συγκέντρωσης η Τροιζήνα, για τις 19 Μαρτίου 1827.

 

Πράγματι, στις 19 Μαρτίου 1827, άρχισαν στην Τροιζήνα οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων με πρόεδρο το Γεώργιο Σισίνη, γραμματέα το Ν. Σπηλιάδη, φρούραρχο το Νικήτα Σταματελόπουλο και με τη συμμετοχή περίπου 200 πληρεξουσίων απ’ όλες τις παρατάξεις των αντιπροσώπων των τότε ελεύθερων περιοχών.

 

Από τους 168 αντιπροσώπους που πήραν τελικά μέρος στην Γ’ Εθνοσυνέλευση οι 10 ήταν ιερωμένοι.

 

Κατά τη διάρκεια της Εθνοσυνέλευσης, στην Εκκλησιαστική Επιτροπή που είχε συσταθεί, υπεβλήθη στις 9/4/1827, "Σχέδιο οργάνωσης της Εκκλησίας" με εισηγητές τους αρχιερείς Κορίνθου Κύριλλος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Τριπόλεως Δανιήλ, Βρεσθένης Θεοδώρητος, και Ρέοντο Διονύσιος. Το Σχέδιο αυτό που προέβλεπε Ιερά Σύνοδο με πενταμελή ή επταμελή, παρ' ότι κρίθηκε χρήσιμο, δεν ψηφίστηκε.

 

Η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ολοκλήρωσε τις εργασίες της στις 5 Μαΐου 1827 και κατά το μικρό αυτό διάστημα, παρήγαγε ένα μοναδικό σε έκταση, βάθος και πολιτική ουσία έργο, που –όπως ήδη αναφέρθηκε– σηματοδότησε την ουσιαστική σύσταση του ελεύθερου Νεοελληνικού Κράτους, ενός κράτους εθνικού, ανεξάρτητου, δημοκρατικού, χωρίς τιμαριωτικές δομές, μοναρχικούς θεσμούς και ξένους επικυρίαρχους.

 

Ειδικότερα, στα επιτεύγματα της Γ' Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων του 1827 περιλαμβάνονται:

 

α. Η ψήφιση του πρώτου μη προσωρινού Συντάγματος της Ελλάδος (1η Μαΐου), που κατοχύρωνε την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, προστάτευε με άρτιο τρόπο την ανεξιθρησκία, τις ελευθερίες, τα βασικά δικαιώματα και την ισονομία των πολιτών και απαγόρευε τη δουλεία, τα βασανιστήρια και την αναδρομικότητα των νόμων. Ακόμα, ακολουθώντας τα πρότυπα της σύγχρονης πολιτειολογικής σκέψης, κατοχύρωνε τη διάκριση των λειτουργικών αρμοδιοτήτων [εξουσιών] του κράτους και ανέθετε τη μεν νομοθετική στη Βουλή, τη «νομοτελεστική» [εκτελεστική] στον Κυβερνήτη και τη δικαστική στα δικαστήρια. Άκρως ενδιαφέρουσα είναι η συνταγματική ρύθμιση που απέβλεπε στη μη «επαγγελματοποίηση» του βουλευτικού αξιώματος.

 

β. Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη του ελληνικού κράτους, που επισημοποιήθηκε με το ψήφισμα της 3ης Απριλίου 1827 και γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν με το προσκλητήριο έγγραφο της 6ης Απριλίου, που το έλαβε ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη Ρωσία. Το ψήφισμα έφερε τις υπογραφές των 168 πληρεξουσίων (Κολοκοτρώνη και άλλων), οι οποίοι τον συνέχαιραν και τον παρακαλούσαν να έλθει στην Ελλάδα το ταχύτερο.

 

Ο Καποδίστριας απάντησε θετικά στο πιο πάνω έγγραφο με την αποστολή αποδοχής της 14ης Αυγούστου 1827 και ανέλαβε καθήκοντα αμέσως μετά την άφιξή του, στις 7 Ιανουαρίου του 1828. Πρώτη του ενέργεια ήταν να μη λάβει υπόψη του το κύριο έργο της Εθνοσυνέλευσης που τον εξέλεξε και –στο όνομα της σωτηρίας της πατρίδος– να καταργήσει στην πράξη το δημοκρατικό Σύνταγμα της Τροιζήνας.

 

γ. Ο διορισμός «Αντικυβερνητικής Επιτροπής» (δηλαδή προσωρινής κυβέρνησης του ελληνικού κράτους), που επισημοποιήθηκε με το Θ΄ Ψήφισμα της 5ης Απριλίου 1827 και είχε ως αποστολή την άσκηση της εξουσίας μέχρι την έλευση του κυβερνήτη. Μέλη της επιτροπής εκείνης ήσαν οι Γ. Μαυρομιχάλης, Ιω. Νάκος και Ιω. Μαρκής Μιλαήτης.

 

Ταυτόχρονα η Εθνοσυνέλευση ανέθεσε την αρχηγία των ναυτικών δυνάμεων στον ναύαρχο Κόχραν, της ξηράς στον λόρδο Τζώρτζ και παράλληλα ψήφισε "Το Σύνταγμα της Τροιζήνας" και εξέλεξε πρόεδρο της Βουλής το Νικόλαο Ρενιέρη.

 

Μία ημέρα πριν από τη λήξη των εργασιών της, δηλαδή την 4/5/1827, η Εθνοσυνέλευση με το ΙΗ’ ψήφισμα, όρισε σαν έδρα της Κυβέρνησης και της Βουλής, το Ναύπλιο. Οι εργασίες της έληξαν στις 5 Μαϊου, αφού υπογράφτηκαν τα σχετικά ψηφίσματα.

 

Μετά τη λήξη των εργασιών η Αντικυβερνητική Επιτροπή συνεδρίασε στον Πόρο και όρισε τους εξής Γραμματείς της Επικρατείας, δηλαδή τους υπουργούς: Εξωτερικών τον Γ. Γλαράκη, Εσωτερικών και Αστυνομίας τον Α. Λόντο, Οικονομίας τον Γ. Μαυρομάτη, Πολεμικών τον Ανδρέα Μεταξά, Παιδείας και Δικαίου τον Γερ. Κώπα και προσωρινά των Ναυτικών τον Γ. Γλαράκη.

 

Η Αντικυβερνητική επιτροπή διοίκησε από τον Πόρο, από τις 3 Απριλίου του 1827 μέχρι το τέλος Ιουνίου. Τότε ηρέμησαν τα πνεύματα στο Ναύπλιο και εγκαταστάθηκε εκεί μέχρι που παρέδωσε την εξουσία στον πρώτο Κυβερνήτη την Ελλάδας, τον Ι. Καποδίστρια, την 8/1/1828.

 

 

Το χειρόγραφο της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας φυλάσσεται στο Μουσείο Τύπου της ΕΣΗΕΠΗΝ, στην Πάτρα. Την ημερομηνία της Εθνοσυνέλευσης έγραψε σε πλάκα ο Γέρος του Μωριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που βρέθηκε στη σχισμή του κορμού ενός δένδρου, κάπου προς το Βίδι.

 

Ο χώρος της Τροιζήνας όπου πραγματοποιήθηκε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση το 1827, κηρύχθηκε ιστορικός τόπος και χώρος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους (ΦΕΚ 839/28-08-74).

 

Στην Τροιζήνα δημιούργησε ο Καποδίστριας με διάταγμα της 3ης Φεβρουαρίου του 1828 το στρατόπεδο των Ελληνικών Δυνάμεων της εποχής του που οργανώθηκε σε χιλιαρχίες. Τις πολεμικές σημαίες επέδωσε ο ίδιος ο Καποδίστριας. Από εκεί ξεκίνησαν τα στρατεύματα του Καποδίστρια με επικεφαλής τον Δημήτριο Καλλέργη και πήγαν στην Πλάκα του Πόρου για να καταστείλουν την επανάσταση του Ανδρέα Μιαούλη. Στον Πόρο δημιούργησε Επιμελητήριο ανεφοδιασμού.

 

Μεταξύ των άλλων, με ένα ψήφισμά της, η Εθνοσυνέλευση, ανακήρυξε τον Αδαμάντιο Κοραή "ΑΞΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ".

 

Στη βάση των πιο πάνω θα μπορούσαμε να κάνουμε την απλή σκέψη ότι ο Δαμαλάς, το μικρό και άσημο χωριό της Τροιζηνίας, δε «φιλοξένησε» μια ακόμα εθνοσυνέλευση του επαναστατημένου Ελληνικού Έθνους, αλλά την πρώτη και μόνη εθνοσυνέλευση που παρήγαγε ένα μόνιμο Σύνταγμα (σε αντίθεση με τις δυο προηγούμενες), ένα Σύνταγμα με φιλελεύθερη οπτική και λειτουργική αρτιότητα, που θα μπορούσε να αποτελέσει –αν δεν αναιρείτο τον επόμενο χρόνο– τη σταθερή βάση της πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

Ακόμα, εξέλεξε τον πρώτο ανώτερο «νομοτελεστικό» άρχοντα του ελληνικού κράτους, καθώς και μια προσωρινή κυβέρνηση πανεθνικής εμβέλειας, ενώ παράλληλα προχώρησε –μέσω ψηφισμάτων– σε αρκετές ακόμα και σημαντικές πολιτικές και πολιτειακές ρυθμίσεις. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε –κατά μία έννοια– ο Δαμαλάς να καταγραφεί στις ιστορικές δέλτους όχι μόνον ως έδρα μιας εθνικά κορυφαίας εκδήλωσης, αλλά ως τοποθεσία εγκαθίδρυσης του ίδιου του ελληνικού κράτους –και επομένως ως πρώτη πρωτεύουσά του.

 

Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια αναγνώριση θα είχε μόνον ηθικό χαρακτήρα, μιας και –σύμφωνα με τις διεθνώς κρατούσες απόψεις– το ελληνικό κράτος απέκτησε τυπική υπόσταση μετά τις διεθνείς ρυθμίσεις του 1830, όταν έδρα της εξουσίας δεν ήταν ο ξεχασμένος Δαμαλάς ή η γραφική Αίγινα, αλλά η πόλη του Ναυπλίου, η οποία και καρπώθηκε ιστορικά τον επίζηλο τίτλο της πρώτης πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους.